«Πλην των τυφλών δυνάμεων της φύσεως,
τίποτα δεν κινείται εις τον κόσμον
που δεν είναι ελληνικόν στην καταγωγήν»
Sir Henry Maine.
«Τotum Graecoroum est» (Άπαντα είναι των Ελλήνων)
Cicero, Pro Placco 9.
Πάντα πίστευα ότι η τζαζ και η ευρύτερη σύγχρονη δημιουργική μουσική έχει πολύ στενή συγγένεια με την ελληνική παραδοσιακή μουσική και με τον Ελληνισμό στην ευρύτερη έννοιά του σαν παγκόσμιο πολιτιστικό φωτοδότη που αυτός είναι. Άλλωστε δεν θα μπορούσε και η μουσική τζαζ να μείνει ανεπηρέαστη από το Ελληνικό στοιχείο.
Με αυτήν την έννοια επίσης, ανέκαθεν ήταν η πεποίθησή μου ότι η τζαζ όπως και κάθε μουσική που έχει σαν βάση της τον αυτοσχεδιασμό βρίσκεται πιο κοντά στην Ελληνική παραδοσιακή μουσική από ότι για παράδειγμα η κλασσική μουσική. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η κλασσική μουσική δεν βασίστηκε σε Ελληνικές καλλιτεχνικές και μουσικές βάσεις (μουσικές κλίμακες, φόρμες κτλ). Όμως η τζαζ βρίσκεται πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων και για αυτό συγγενεύει πιο άμεσα με την Ελληνική παραδοσιακή μουσική. Επίσης ακόμα και η free jazz μπορεί να πει κανείς ότι ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων οι οποίοι κατά κανόνα, επηρεασμένοι και από τη χαοτική και πολύπλοκη γεωμορφολογία της χώρας μας, είναι πολύ ελεύθερα και ανυπότακτα πνεύματα με δυσκολία προσαρμογής σε νόρμες και κανόνες και με τάσεις έντονης αναζήτησης και χαοτικής δημιουργικότητας.
Η γενικότερη αυτή διαπίστωση επαληθεύθηκε και τα τελευταία χρόνια όπου πάρα πολλά συγκροτήματα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό «πάντρεψαν» την τζαζ και την σύγχρονη δημιουργική μουσική με την Ελληνική παραδοσιακή μουσική με μεγάλη επιτυχία και μάλιστα αυτό κατέστη ένα πολύ ισχυρό ρεύμα στην σύγχρονη δημιουργική μουσική γνωστό ευρύτερα ως έθνικ (ethnic), καλύτερα «εθνικό» να λέμε, εννοώντας ότι η μουσική σε αυτή την περίπτωση ενσωματώνει «εθνικά» στοιχεία. Όχι μόνο από την Ελληνική μουσική άλλα και από εθνικές μουσικές άλλων χωρών. Εν προκειμένω όμως μας ενδιαφέρει η Ελληνική παραδοσιακή μουσική.
Οι ομοιότητες της τζαζ και της παραδοσιακής μας μουσικής αρχίζουν ήδη από τους μουσικούς εκτελεστές του είδους. Οι περισσότεροι είναι και στις δύο περιπτώσεις αυτοδίδακτοι και μαθαίνουν μουσική μόνοι τους, μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την προσωπική αναζήτηση. Βέβαια τα τελευταία χρόνια και τα δύο είδη μουσικής έχουν εισέλθει και στην εκπαίδευση άλλα αυτό δεν αλλάζει τον πρωτογενή τρόπο ανάπτυξης αυτών των μουσικών. Θα μπουρούσαμε να πούμε ότι οι μουσικοί σε αυτές τις δύο περιπτώσεις μαθαίνουν στο «πατάρι» την μουσική τους τέχνη.
Στη συνέχεια, ο αυτοσχεδιασμός είναι κυρίαρχο στοιχείο και στα δύο είδη μουσικής. Ο μουσικός της τζαζ αυτοσχεδιάζει σε ένα θέμα το οποίο και αυτό ακόμα το παίζει τόσο ελεύθερα που ώρες-ώρες αν δεν το έχεις ακούσει αρκετά, είναι με δυσκολία αναγνωρίσιμο.Στα δημοτικά τραγούδια, ίσως και εξ αιτίας της έλλειψης γραπτών (παρτιτούρας) πολλά τραγούδια παίζονται τόσο διαφορετικά που μόνον ο στίχος τα κάνει αναγνωρίσιμα άλλα και αυτός ακόμα ο στίχος παραλλάσει πολλές φορές. Αλλάζουν λέξεις ή και παραλείπονται ολόκληρα στιχάκια χάριν της στιγμιαίας δημιουργίας και του αυτοσχεδιασμού ο οποίος, αν και το πλατύ ακροατήριο δεν τον αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα γιατί το άκουσμα του είναι πολύ οικείο, εν τούτοις όμως διαχέεται στην μουσική δημιουργία σε τόσο μεγάλο βαθμό που γίνεται καθοριστικό στοιχείο.
Γνωστή είναι και η ομοιότητα του δημοτικού τραγουδιού άλλα και του ρεμπέτικου με τα μπλουζ που είναι η βάση και ο πρόδρομος της τζαζ. Εδώ η ομοιότητα βρίσκεται και στην φόρμα, με την ερώτηση και απάντηση που εναλλάσσεται διαρκώς τόσο στη μουσική όσο και στο στίχο άλλα και στους στίχους οι οποίοι είναι απλοϊκοί και αν τους μεταφράσεις έχουν και το ίδιο περιεχόμενο πολλές φορές.
Επίσης και ο αυτοσχεδιασμός των μουσικών στα σόλο είναι τόσο κοντά στα δύο είδη που εκεί πια μιλάμε για κλαρινετίστες έλληνες που όταν τους ακούν οι αμερικανοί και ευρωπαίοι τζαζίστες δεν πιστεύουν στα αυτιά τους και μένουν εντυπωσιασμένοι από το δεξιοτεχνικό τους παίξιμο και την εκφραστικότητά τους. Στο ρυθμικό μέρος, που ο πλούτος της ελληνικής μουσικής είναι τεράστιος, αν είναι παρατηρητικός κανείς, θα διακρίνει ότι οι έλληνες παραδοσιακοί οργανοπαίκτες κυριολεκτικά παίζουν με διάφορους τρόπους τις μουσικές τους φράσεις. Δηλαδή όπως λέμε «φραζάρουν» παίζοντας πολλές φορές πίσω από τον ρυθμό ή επάνω ή εμπρός από αυτόν με τόσο δεξιοτεχνικό τρόπο που νομίζεις ότι κυριολεκτικά όπως λέμε στη τζαζ «σουϊγκάρουν» (από το σουϊγκ swing χαρακτηριστικός ρυθμός της τζαζ). Αυτό το σημείο αντιδιαστέλλει την τζαζ και την ελληνική παραδοσιακή μουσική με την κλασσική μουσική, όπου ο ρυθμός ή είναι σταθερός και αυστηρά στο κέντρο ή είναι τόσο ελεύθερος που έχουμε εντελώς rubato ερμηνεία.
Επίσης η μουσική των χάλκινων της Μακεδονίας με τον τρόπο της συγγενεύει τόσο πολύ με τα χάλκινα της Νέας Ορλεάνης, κοιτίδας της τζαζ, που νομίζεις ότι είναι μία ζωντανή επιβεβαίωση των θεωριών που θέλουν τους Έλληνες να είχαν περάσει τον Ατλαντικό και να είχαν πάει στην Αμερική πολύ πριν τους Ισπανούς. Πράγματι είναι γνωστό ότι ο τρόπος που γεννήθηκε η τζαζ στην Νέα Ορλεάνη ήταν οι αυτοσχεδιασμοί των χάλκινων που παρέλαυναν στους δρόμους της πόλης και έπαιζαν είτε σε γάμους ή κηδείες ή άλλες εκδηλώσεις. Δεν είχαν βέβαια παρτιτούρες όπως η φιλαρμονική σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, άλλα έπαιζαν από μνήμης και αυτοσχεδιαστικές ενορχηστρώσεις. Μήπως σας θυμίζει κάτι από σκηνές από ελληνικά χωριά όπου προχωρούν και παίζουν οι οργανοπαίκτες ανάμεσα στα σοκάκια και τα σπίτια;
Οι ομοιότητες αυτές είναι ενδεικτικές και υπάρχουν και άλλες πολλές.
Βέβαια αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι οι μουσικοί τρόποι που χρησιμοποιούνται στη τζαζ (Ιωνικός, Δωρικός, Λοκρικός κτλ) είναι πανάρχαιοι και ελληνικοί. Παραλλαγές τους χρησιμοποιούνται και στην ελληνική παραδοσιακή μουσική με άλλη τεχνοτροπία.
Αξίζει λοιπόν η ενασχόληση με την τζαζ και μέσα από αυτό το πρίσμα της συγγένειάς της με την ελληνική παραδοσιακή μουσική και δεν πρέπει να είμαστε προσκολλημένοι στο mainstream και στην παράδοση της αφροαμερικάνικης μουσικής μόνο.